Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

ΤΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΚΑΥΚΙ

ΤΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΚΑΥΚΙ

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά ……»

Οδυσσέας Ελύτης «Άξιον εστί»


Η χώρα μας η Ελλάδα είναι σπαρμένη από περήφανα βουνά. Δεν υπάρχει άνθρωπος σ’ αυτό τον τόπο, που να μην περπάτησε πάνω σ’ αυτά και να μην ένιωσε το μεγαλείο τους. Θα μπορούσε εύκολα κανείς να ισχυριστεί πως η ζωή κάθε Έλληνα είναι επηρεασμένη, σημαδεμένη από τα βουνά, όπου κι’ αν κατοικεί. Από την Μακεδονία και την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη.
Τα βουνά επηρέασαν με τον τρόπο τους τον χαρακτήρα του Έλληνα. Τον έκαναν ριψοκίνδυνο, αποφασιστικό, ανεξάρτητο και αδούλωτο.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, που αποκτά ο άνθρωπος που περπατά και ζει πάνω στα αληθινά βουνά γίνεται πιο αποφασιστικός όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα άλλα βουνά της ζωής, που είναι τα μεγάλα προβλήματα, τα βάσανα και οι καημοί του.
Ο σημαντικότερος ορεινός άξονάς της Ελλάδας είναι η οροσειρά της Πίνδου, που αποτελεί και τη ραχοκοκαλιά της ηπειρωτικής χώρας.
Ένας δε από τους πλέον ορεινούς, δασώσεις και δύσβατους νομούς της, είναι η Ευρυτανία. Σχηματίζει ένα έντονο ανάγλυφο εξαιτίας της ύπαρξης πολλών ορεινών όγκων και της ροής 5 ποταμών, όλα δε αυτά σε μια μικρή σχετικά έκταση, 1.601.500 στρεμμάτων.
Από τους ορεινούς όγκους που υπάρχουν στην Ευρυτανία οι οκτώ έχουν υψόμετρο πάνω από 2.000 μέτρα και πολλοί άλλοι από 1.700-2.000 μ.
Ένα από τα περήφανα βουνά της Ευρυτανίας είναι και το καυκί, που στους πρόποδές του είναι χτισμένο και το χωριό μας. Το καυκί έχει ύψος 1751 μέτρα και είναι κατάφυτο από έλατα μέχρι τα 1500 περίπου μέτρα. Το υπόλοιπο τμήμα του, τα 250 τελευταία μέτρα είναι γυμνό από δέντρα και σε αυτό το τμήμα του οφείλει και το όνομά του. Το γυμνό αυτό τμήμα μοιάζει με φλιτζάνι ή καύκαλο χελώνας και καυκί στην γλώσσα μας σημαίνει «μικρό ποτήρι (φλιτζάνι του καφέ).
Καυκί είναι δηλαδή το σκεύος, που στην αρχαία ελληνική γλώσσα, το ονόμαζαν «σκύφο» και ήταν είδος αγγείου, ένα είδος πλατιού («ευρύστομου») ποτηριού με δύο λαβές («δίωτον»), που κατασκευαζόταν ανάλογα με την οικονομική δύναμη του κατόχου του, δηλαδή από ξύλο ή πηλό ή από ευγενή μέταλλο, ασημένιο ή χρυσό. Συνήθως έφερε ανάγλυφες παραστάσεις. Στην αρχαιότητα ήταν και μέσον δια του οποίου επιχειρούσαν ειδική μαντική τέχνη τη σκυφομαντεία. Το σκεύος αυτό έφθασε μέχρι τη σημερινή εποχή με το νεοελληνικό κοινό όνομα «τάσι» ή «καυκί».
Στα έπη του Ομήρου συναντάμε τη λέξη καυκί όπως φαίνεται και παρακάτω:
«Κι ως έφαγε και στύλωσε η καρδιά του,ο θείος χοιροβοσκός του πρόσφερε να πιει από το καυκί τουγεμάτο με κρασί.»

Ο λαός μας χρησιμοποιεί τη λέξη καυκί και σήμερα στην προφορική και γραπτή έκφραση της γλώσσας του.
«Μηλίτσα μ΄ ΄που 'σι στουν γκριμό τα μήλα σ΄φουρτουμένη.Τα μήλα σου λιμπεύουμι κι του γκριμό σ' φουβούμι.Αν τουν φουβάσι του γκριμό, έλα 'π του μουνουπάτι.Του μουνουπάτι μ΄έβγαλιν στης χήρας περιβόλι.που ήταν οι χήρες οι πουλλές κ' αυτές οι μαυρομμάτες.Πώχουν του μάτι σαν καυκί του φρύδι σαν γαϊτάνικι αυτό του ματουτσίνουρου σαν της ελιάς του φύλλου.»

Το βουνό της Χρύσως, το περήφανο καυκί, είναι απαράμιλλης ομορφιάς, συνδυάζει το ήμερο αλλά ταυτόχρονα και το άγριο τοπίο με τους κατακόρυφους βράχους και τα διαδοχικά φαράγγια του. Έχει αρκετό νερό και αυτό ευνόησε την ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας φυτικών ειδών και ήταν μέχρι πριν μερικά χρόνια ένας υπέροχος βοσκότοπος με αρκετούς βλάχους και χιλιάδες ζωντανά να βόσκουν στις πλαγιές του.
Το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας του καυκιού ανήκει στο χωριό μας. Η περιοχή, που ανήκει στη Χρύσω, αρχίζει λίγο μετά το γήπεδο του Κερασοχωρίου, από την περιοχή με το τοπωνύμιο «σύνορο». Η περιοχή δε που ανήκε στη Χρύσω χωρίζονταν από αυτή που ανήκε στο Κερασοχώρι με μεγάλες πέτρες, που πάνω τους είχαν γράμματα άλλης γλώσσας, προφανώς Τούρκικης και οι παλιότεροι τις έλεγαν «γραμμένες πέτρες». Η περιοχή του καυκιού, που ανήκε στην πρώην κοινότητα του χωριού μας, ενοικιάζονταν κάθε χρόνο μετά από δημοπρασία σε βλάχους για να βόσκουν τα ζώα τους. Είχε η κοινότητα ένα καλό έσοδο από αυτή την ενοικίαση.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω η μεγαλύτερη περιοχή του καυκιού ανήκε στην κοινότητα του χωριού μας, αυτό αποτέλεσε σφοδρό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Χρυσιωτών και Κερασοβιτών. Υπήρξαν αρκετές δικαστικές προσφυγές των Κερασοβιτών με τις οποίες ζητούσαν να μοιραστεί διαφορετικά αυτή η περιοχή, αλλά όλες τις κέρδισαν οι Χρυσιώτες.
Η διαμάχη ανάμεσα στους Χρυσιώτες και τους Κερασοβίτες κράτησε πολλά χρόνια, θεωρώ δε ότι το μοίρασμα του καυκιού ήταν ένα πρόσχημα και όχι η ουσιαστική αιτία αυτής της διαμάχης. Η πραγματική αιτία της διαμάχης είναι πολύ παλιά και έχει σχέση με την συνεργασία του κάθε χωριού με τους Τούρκους κατακτητές και τη συμμετοχή του στους απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον των Τούρκων.
Το καυκί, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα βουνά της Ευρυτανίας, υπήρξε χώρος πολλών και φονικών μαχών κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων εναντίον των κατακτητών αλλά και κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Πολλά ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ και του δημοκρατικού στρατού είχαν την έδρα τους στο καυκί, όπως φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα άρθρου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 210 1-31 Αυγούστου 2005
«…. Την άλλη μέρα το βράδυ μετακινηθήκαμε προς την ίδια κατεύθυνση νοτιοανατολικά πάντα, για την περιοχή Κεράσοβου – Χρύσω - Βίνιανης, πιο κοντά προς το Καρπενήσι. Αυτούς τους ρουμελιώτες τους τράβαγε η ιδιαίτερη τους πατρίδα. Ο τοπικισμός, άλλωστε, ήταν βασικό χαρακτηριστικό ιδιαίτερα του αντάρτικου της ρομαντικής περιόδου.
Διανύσαμε μια απόσταση 15-20 χιλιομέτρων και φτάσαμε και στρατοπεδεύσαμε βορείως του πανύψηλου βουνού Καυκί, απόλυτου υψομέτρου κορυφής 1733 μ. Εδώ μας περίμεναν τα αντάρτικα τμήματα της 172ης Ταξιαρχίας και το 1ο Τάγμα της 144 Ταξιαρχίας, το Τάγμα του θρυλικού Παπούα. Από τον τρόπο της στρατοπέδευσης μας καταλάβαμε πως εδώ θα καθίσουμε για λίγες ημέρες.»
Το καυκί είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ζωή των Χρυσιωτών και ας ελπίσουμε να είμαστε καλά για να το απολαμβάνουμε έστω και λίγες ημέρες το χρόνο. Να καθόμαστε στην πλατεία και να μας δροσίζει το αεράκι, που έρχεται από την «τσουκνίδα». Μακάρι να ισχύει για όλους μας η ευχή «να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά», γιατί όπως λέει και ο τραγουδοποιός Σωκράτης Μάλαμας «Καλότυχα είναι τα βουνά, ψυχή δεν έχουν να πονούν καρδιά ν’ αργοπεθαίνει»
Γρηγόρης Τριανταφύλλου

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Γρηγόρη,
Πάρα πολύ καλή δουλειά. Την συνάντησα τυχαία. Συνέχισε να διαφημίζεις το όμορφο χωριό μας.

Ηλίας