Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Η ΧΡΥΣΩ ΠΡΙΝ 553 ΧΡΟΝΙΑ

Η Χρύσω πριν 553 χρόνια

Στα δύο τελευταία τεύχη του περιοδικού «Ευρυτανικά χρονικά», που εκδίδεται από την Πανευρυτανική ένωση, ο ιστοριοδίφης κ. Ανάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης δημοσιεύει ένα φορολογικό κατάστιχο (κατάλογο) του σαντζακίου (επαρχίας) Τρικάλων, στο οποίο οι περιοχές Αγράφων, Καρπενησίου και Κραβάρων υπάγονταν διοικητικά και δημοσιονομικά. Το κατάστιχο αυτό αναφέρεται στα έτη 1454 - 1455, ένα χρόνο δηλαδή μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Στο κατάστιχο αυτό υπάρχει ο παρακάτω πίνακας που αναφέρεται στο χωριό μας.

Χωριό Χρύσω (HIRSOVA)

Σιτάρι 90 κοιλά, επί 8, σύνολο άσπρα 720
Κριθάρι 90 >> επί 5, >> >> 450

Δεκάτη στα αμπέλια >> 200
>> >> κουκούλια >> 20
>> >> μελίσσια >> 50
>> στο λινάρι >> 100
Δεκάτη στα καρύδια άσπρα 30
Φόρος για μύλους 2 >> 20
Προσωπικός φόρος >> 3960
Φόρος στους χοίρους >> 10

Νοικοκυριά 183
Ανύπαντροι 29
Χήρες 12

Σύνολο άσπρα 5560


Από τον παραπάνω πίνακα μπορούμε να συνάγουμε αρκετές πληροφορίες για το χωριό μας. Παρατηρούμε ότι εκείνη την εποχή, πριν δηλαδή 553 χρόνια, υπήρχαν στη Χρύσω 183 νοικοκυριά. Αν υποθέσουμε ότι κάθε νοικοκυριό αποτελείτο από 4 έως 6 τουλάχιστον άτομα, συμπεραίνουμε ότι ο πληθυσμός του χωριού μας, με τους συνοικισμούς του (Δάφνη, Άγιο Δημήτριο, Γάβρινα, Γούρδεση, Μέγα Χωράφι, Παλιοχώρι), ξεπερνούσε τα 1.100 άτομα.
Παρατηρούμε ότι είχε 2 μύλους και παρήγαγε σιτάρι, κριθάρι και λινάρι. Συγκεκριμένα παρήγαγε 90 κοιλά σιτάρι ( 17 τόνους), 90 κοιλά κριθάρι (14 τόνους). Σπουδαία θέση στην οικονομία του χωριού μας κατείχε η αμπελουργία, η μελισσοκομία, η παραγωγή καρυδιών και τα κουκούλια (μεταξοσκώληκες).
Στην Ευρυτανία, όσο και αν σήμερα ακούγεται παράξενα, υπήρχε μέχρι τα μέσα του αιώνα που πέρασε συστηματική καλλιέργεια και εμπόριο μεταξόσπορων. Οι κάτοικοι ορισμένων χωριών (Κεράσοβο, Μαραθιά, Καλεσμένο, Βίνιανη, Φραγκίστες, Μαραθιά, Βίνιανη, Καλεσμένο, Στένωμα, Φουρνά, Ρεντίνα, Γοριανάδες, Κορυσχάδες, Νόστιμο, Βουτύρο, Κλαψί, Μικρό και Μεγάλο Χωριό), ασχολούνταν συστηματικά με την καλλιέργεια των μεταξόσπορων.
Στο βιβλίο του Δ. Ι. Χουτόπουλου «Εκθεσις περί σηροτροφίας στην Ευρυτανία» αναφέρεται ότι μέχρι το 1880 η Ευρυτανία ήταν η κατεξοχήν σηροτρόφος επαρχία της Ελλάδας. «Απασαι δε αι λοιπαί επαρχίαι, επρομηθεύοντο τον σπόρον» απ’ αυτήν. Ευνοϊκοί παράγοντες για την ανάπτυξη της σηροτροφίας υπήρξαν οι κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και οι οικίες των Ευρυτάνων που «κατά το πλείστον είναι αρκετά ευρύχωροι, ευάεροι και καλώς εκτισμέναι, ώστε να δύνανται να φιλοξενώσι τον μεταξοσκώληκα συμφώνως
προς τας υγιεινάς αυτού απαιτήσεις».
Τα έσοδα από την εκτροφή του μεταξοσκώληκα κατείχαν πρωτεύουσα θέση στα οικονομικά κάθε οικογένειας. Ο δε ερευνητής Γ.Δ. Στάθης αναφέρει ότι η ετήσια εξαγωγή μεταξιού από ορισμένα χωριά έφτανε τις 4.000 οκάδες. Στην Ανατολική Φραγκίστα καλλιεργούσαν συστηματικά τον μεταξοσκώληκα μέχρι και το 1966, με τελευταίους καλλιεργητές τους απόγονους του παπά Κώστα Τσιούμα.


Για την ευκολότερη ανάγνωση του πίνακα παραθέτω τις παρακάτω πληροφορίες:
Το κοιλό: Είναι μέτρο χωρητικότητας, με το οποίο μετρούσαν την παραγωγή των σιτηρών και οσπρίων στ΄ αλώνια και είναι διαφόρου βάρους ανάλογα με το είδος. Ένα κοιλό (Τρικάλων) σιτάρι αντιστοιχεί με 150 οκάδες
Ένα κοιλό κριθάρι αντιστοιχεί με 125 οκάδες

Η οκά: Είναι τουρκική μονάδα βάρους, που υποδιαιρείται σε 400 δράμια ή 1282 γραμμάρια . Καταργήθηκε από την 1η Ιουλίου 1958 και αντικαταστάθηκε από το κιλό.

Ασπρο: Ρωμαϊκό, βυζαντινό και αργότερα τουρκικό αργυρό νόμισμα, το οποίο αντικαταστάθηκε με το γρόσι.

Δεκάτη: Σύστημα φορολογίας, που συνίστατο στην υποχρεωτική εισφορά του ενός δεκάτου (10%) της παραγωγής ή του εισοδήματος. Η δεκάτη πληρωνόταν στο είδος παραγωγής, (σιτηρά, λάδι, κρασί, κηπευτικά, μέλι και άλλα είδη). Τα εισέπρατταν ειδικοί υπάλληλοι ή οι προεστοί και τα παρέδιναν στο Δημόσιο. Συνήθως τα πουλούσαν με πλειοδοσία, χωριστά κάθε είδος και ο τελευταίος πλειοδότης πλήρωνε στο Δημόσιο και τα εισέπραττε ο ίδιος με δικούς του υπαλλήλους. Ήταν οι «δεκατιστάδες», που παρακολουθούσαν τους γεωργούς στα αλώνια και μετρούσαν τα σιτηρά, στα ελαιοτριβεία για το λάδι, και γενικά όλα τα προϊόντα, ανάλογα με το είδος που παρήγαγαν και εισέπρατταν τη δεκάτη. Έτσι δημιουργήθηκε μια τάξη εμπόρων, πολλοί από τους οποίους εργάζονταν με δικαιοσύνη και αμεροληψία, εισπράττοντας το δίκαιο τους, άλλοι όμως προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να συγκεντρώσουν μεγαλύτερα κέρδη, ήταν αυστηροί και δεν μετρούσαν κανονικά και γίνονταν αντιπαθητικοί στη γεωργική τάξη.
Λινάρι: Ποώδες φυτό που καλλιεργείται για τις κλωστικές ίνες του από τις οποίες κατασκευάζονται λινά νήματα και υφάσματα.
Γρηγόρης Τριανταφύλλου

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ, ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ

Χρόνια και χρόνια ακούμε ότι η χωματερή των Άνω Λιοσίων έχει γεμίσει και υπάρχει επιτακτική ανάγκη για τη δημιουργία ΧΥΤΑ, για τα απορρίμματα της Αττικής. Το πρόβλημα αυτό απασχολεί και όλη την επαρχία. Ανεξέλεγκτες χωματερές βρίσκονται σε κάθε χωριό, πόλη και κωμόπολη της πατρίδας μας. Κάθε λαγκαδιά και ποτάμι έχει μετατραπεί σε χωματερή και είναι ευτύχημα που η Ευρωπαϊκή ένωση μας επιβάλλει τσουχτερά πρόστιμα, μήπως και αποφασίσει η πολιτεία να πάρει μέτρα για την εξάλειψη αυτού του φαινομένου.
Γιατί όμως η πολιτεία χρόνια τώρα δεν παίρνει μέτρα; Γιατί είκοσι και πλέον χρόνια δεν αποφασίζει, πού θα γίνει ο νέος ΧΥΤΑ στην Αττική ή πού θα γίνουν οι ΧΥΤΑ στις διάφορες πόλεις; Μήπως σε όμοιο άλυτο πρόβλημα μετατραπεί και η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές;
Με οδηγία της Ευρωπαϊκής ένωσης πρέπει μέχρι το 2010 το 22,1% της παραγόμενης ενέργειας να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Σύμφωνα δε με τον νόμο 3468/2006, που ψηφίστηκε στο Ελληνικό κοινοβούλιο, έχει τεθεί σαν στόχος η ακαθάριστη παραγόμενη ενέργεια να παράγεται από ανανεώσιμες πηγές σε ποσοστό 20,1% το 2010 και 29% το 2020. Για το λόγο αυτό έχουν θεσπιστεί επιδοτήσεις για αυτούς που θα παράγουν «πράσινη ενέργεια». Η επιδότηση για εγκατάσταση ανεμογεννητριών φτάνει μέχρι και το 70% και η ενέργεια αυτή πωλείται στη ΔΕΗ σε τιμή έως και πενταπλάσια από αυτή που πληρώνουμε εμείς ως καταναλωτές στη ΔΕΗ.
Σύμφωνα με το σχέδιο της ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας) και του ΥΠΕΧΩΔΕ ένας μεγάλος αριθμός μικρών υδροηλεκτρικών και ανεμογεννητριών θα εγκατασταθούν στην Ευρυτανία. Οι κάτοικοί της μαζί με τους δημάρχους και τον νομάρχη αντέδρασαν στο σχέδιο αυτό και αποφάσισαν να μην δεχτούν να εγκατασταθούν οι ανεμογεννήτριες. Τα μικρά υδροηλεκτρικά δεν φαίνεται να προκάλεσαν σοβαρές αντιρρήσεις. Δίκαια αντέδρασαν, γιατί η εγκατάσταση μεγάλου αριθμού ανεμογεννητριών απαιτεί εκατομμύρια τόνους μπετόν, διάνοιξη δεκάδων χιλιομέτρων δρόμων, μέσα σε πανέμορφα δάση, κατασκευή υποσταθμών υψηλής τάσης, με συνέπεια την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρυτανίας.
Γεννώνται όμως τα μεγάλα ερωτήματα: Είμαστε γενικά αντίθετοι στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Δεν πρέπει να εκμεταλλευτούμε τις δίκές μας, τις καθαρές πηγές ενέργειας (αιολική, ηλιακή, υδροηλεκτρική); Να παραμείνουμε προσκολλημένοι στο πετρέλαιο και τον λιγνίτη με ότι αυτό συνεπάγεται για την ρύπανση του περιβάλλοντος, την υγεία μας και την εθνική οικονομία;
Πιστεύω πως κάθε λογικός άνθρωπος απαντά στα παραπάνω ερωτήματα λέγοντας ΝΑΙ στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, λέγοντας ΝΑΙ στην παραγωγή καθαρής ενέργειας. Τότε όμως τι φοβίζει τους Ευρυτάνες και όχι μόνο, γιατί απ’ ότι μαθαίνω σε κανένα νομό δεν δέχονται την εγκατάσταση ανεμογεννητριών; Η απάντηση πιστεύω είναι απλή. Οι πολίτες έχουν άγνοια. Σύμφωνα με δική μου πρόχειρη έρευνα, πολλοί λίγοι γνωρίζουν για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι δε αιρετοί άρχοντες, υπουργοί, βουλευτές, νομάρχες, δήμαρχοι, ένα έχουν στο μυαλό τους, το πολιτικό κόστος. Λειτουργούν πάντα με γνώμονα το πολιτικό κόστος, πως δηλαδή θα διατηρήσουν την «καρέκλα» τους, κοινή διαπίστωση άλλωστε, και όχι πως θα προσφέρουν στον τόπο.
Θεωρώ αστεία τα επιχειρήματα, που ακούστηκαν από πολιτικούς, όπως αυτό: ότι δεν έχει μόνο η Ευρυτανία αιολικό δυναμικό και άλλοι νομοί διαθέτουν κατάλληλο αιολικό δυναμικό, άρα να εγκατασταθούν εκεί οι ανεμογεννήτριες. Το κακό δηλαδή μακριά από το δικό μου σπίτι και ας πάει στο σπίτι του γείτονα. Το ίδιο κάνουμε και με τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας και με τους ΧΥΤΑ. Όχι στη δική μου γειτονιά, αλλά στην διπλανή.
Επειδή υπάρχει αδήριτη ανάγκη για την προστασία του περιβάλλοντος και την παραγωγή καθαρής ενέργειας και επειδή οι ανεμογεννήτριες δεν μπορούν να κρεμαστούν από τα σύννεφα, προτείνω οι αιρετοί μας άρχοντες, τα διοικητικά συμβούλια συλλόγων και όλοι εμείς οι απλοί πολίτες να ξεχάσουμε τα Μεταξικά όχι και να πιέσουμε την πολιτεία να κάνει ΔΙΚΑΙΗ κατανομή των ανεμογεννητριών σε κάθε νομό της χώρας μας Όλη η Ελλάδα διαθέτει το κατάλληλο αιολικό δυναμικό. Επομένως όλοι οι νομοί μπορούν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα
Οι πολίτες έχουμε χρέος: Να πιέσουμε την πολιτεία και την τοπική αυτοδιοίκηση να ελέγξει την πιστή εφαρμογή των περιβαλλοντικών μελετών, που εκπονούνται και συνοδεύουν κάθε έργο. Να πιέσουμε την πολιτεία σε ορισμένα σημεία, ιδιαίτερου φυσικού κάλους, να μην τοποθετηθούν οι θηριώδεις ανεμογεννήτριες των 135 μέτρων, αλλά μικρότερες. Να πιέσουμε την πολιτεία να υπάρξουν αντισταθμιστικά οφέλη για τους κατοίκους των περιοχών, που θα εγκατασταθούν οι ανεμογεννήτριες, εξασφάλιση δηλαδή θέσεων εργασίας για τους μόνιμους κατοίκους και φτηνή ηλεκτρική ενέργεια. Να πιέσουμε την πολιτεία να αξιοποιήσει τις πολλές βραχονησίδες που έχουμε και εκεί, σύμφωνα με τους ειδικούς, υπάρχει αρκετό αιολικό δυναμικό. Να πιέσουμε την πολιτεία να καθορίσει τους τρόπους αποκατάστασης του περιβάλλοντος, όταν θα πάψουν πια οι ανεμογεννήτριες να είναι κερδοφόρες για τους επιχειρηματίες και αυτοί τις εγκαταλείψουν, όχι ψηφίζοντας έναν ακόμη νόμο, που ποτέ δεν εφαρμόζεται για τους ισχυρούς.
Θεωρώ ότι όλοι μαζί μακριά από κομματικές σκοπιμότητες, κομματικές ίντριγκες και με νηφάλια σκέψη και ψυχραιμία μπορούμε να πετύχουμε τα μέγιστα για την προστασία του περιβάλλοντος και της ίδιας μας της ζωής.
Γρηγόρης Τριανταφύλλου
Υ.Γ. Έπεσαν στα χέρια μου και πολλές ανακοινώσεις κυνηγετικών συλλόγων, που και αυτοί είναι αντίθετοι με την εγκατάσταση ανεμογεννητριών, γιατί στα σημεία εγκατάστασης, τα λεγόμενα αιολικά πάρκα, δεν θα μπορούν να κυνηγούν. Ισως με την εγκατάσταση τους σωθεί και κανένα ζώο.

ΤΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΚΑΥΚΙ

ΤΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΚΑΥΚΙ

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά ……»

Οδυσσέας Ελύτης «Άξιον εστί»


Η χώρα μας η Ελλάδα είναι σπαρμένη από περήφανα βουνά. Δεν υπάρχει άνθρωπος σ’ αυτό τον τόπο, που να μην περπάτησε πάνω σ’ αυτά και να μην ένιωσε το μεγαλείο τους. Θα μπορούσε εύκολα κανείς να ισχυριστεί πως η ζωή κάθε Έλληνα είναι επηρεασμένη, σημαδεμένη από τα βουνά, όπου κι’ αν κατοικεί. Από την Μακεδονία και την Ήπειρο μέχρι την Κρήτη.
Τα βουνά επηρέασαν με τον τρόπο τους τον χαρακτήρα του Έλληνα. Τον έκαναν ριψοκίνδυνο, αποφασιστικό, ανεξάρτητο και αδούλωτο.
Με αυτά τα χαρακτηριστικά, που αποκτά ο άνθρωπος που περπατά και ζει πάνω στα αληθινά βουνά γίνεται πιο αποφασιστικός όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα άλλα βουνά της ζωής, που είναι τα μεγάλα προβλήματα, τα βάσανα και οι καημοί του.
Ο σημαντικότερος ορεινός άξονάς της Ελλάδας είναι η οροσειρά της Πίνδου, που αποτελεί και τη ραχοκοκαλιά της ηπειρωτικής χώρας.
Ένας δε από τους πλέον ορεινούς, δασώσεις και δύσβατους νομούς της, είναι η Ευρυτανία. Σχηματίζει ένα έντονο ανάγλυφο εξαιτίας της ύπαρξης πολλών ορεινών όγκων και της ροής 5 ποταμών, όλα δε αυτά σε μια μικρή σχετικά έκταση, 1.601.500 στρεμμάτων.
Από τους ορεινούς όγκους που υπάρχουν στην Ευρυτανία οι οκτώ έχουν υψόμετρο πάνω από 2.000 μέτρα και πολλοί άλλοι από 1.700-2.000 μ.
Ένα από τα περήφανα βουνά της Ευρυτανίας είναι και το καυκί, που στους πρόποδές του είναι χτισμένο και το χωριό μας. Το καυκί έχει ύψος 1751 μέτρα και είναι κατάφυτο από έλατα μέχρι τα 1500 περίπου μέτρα. Το υπόλοιπο τμήμα του, τα 250 τελευταία μέτρα είναι γυμνό από δέντρα και σε αυτό το τμήμα του οφείλει και το όνομά του. Το γυμνό αυτό τμήμα μοιάζει με φλιτζάνι ή καύκαλο χελώνας και καυκί στην γλώσσα μας σημαίνει «μικρό ποτήρι (φλιτζάνι του καφέ).
Καυκί είναι δηλαδή το σκεύος, που στην αρχαία ελληνική γλώσσα, το ονόμαζαν «σκύφο» και ήταν είδος αγγείου, ένα είδος πλατιού («ευρύστομου») ποτηριού με δύο λαβές («δίωτον»), που κατασκευαζόταν ανάλογα με την οικονομική δύναμη του κατόχου του, δηλαδή από ξύλο ή πηλό ή από ευγενή μέταλλο, ασημένιο ή χρυσό. Συνήθως έφερε ανάγλυφες παραστάσεις. Στην αρχαιότητα ήταν και μέσον δια του οποίου επιχειρούσαν ειδική μαντική τέχνη τη σκυφομαντεία. Το σκεύος αυτό έφθασε μέχρι τη σημερινή εποχή με το νεοελληνικό κοινό όνομα «τάσι» ή «καυκί».
Στα έπη του Ομήρου συναντάμε τη λέξη καυκί όπως φαίνεται και παρακάτω:
«Κι ως έφαγε και στύλωσε η καρδιά του,ο θείος χοιροβοσκός του πρόσφερε να πιει από το καυκί τουγεμάτο με κρασί.»

Ο λαός μας χρησιμοποιεί τη λέξη καυκί και σήμερα στην προφορική και γραπτή έκφραση της γλώσσας του.
«Μηλίτσα μ΄ ΄που 'σι στουν γκριμό τα μήλα σ΄φουρτουμένη.Τα μήλα σου λιμπεύουμι κι του γκριμό σ' φουβούμι.Αν τουν φουβάσι του γκριμό, έλα 'π του μουνουπάτι.Του μουνουπάτι μ΄έβγαλιν στης χήρας περιβόλι.που ήταν οι χήρες οι πουλλές κ' αυτές οι μαυρομμάτες.Πώχουν του μάτι σαν καυκί του φρύδι σαν γαϊτάνικι αυτό του ματουτσίνουρου σαν της ελιάς του φύλλου.»

Το βουνό της Χρύσως, το περήφανο καυκί, είναι απαράμιλλης ομορφιάς, συνδυάζει το ήμερο αλλά ταυτόχρονα και το άγριο τοπίο με τους κατακόρυφους βράχους και τα διαδοχικά φαράγγια του. Έχει αρκετό νερό και αυτό ευνόησε την ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας φυτικών ειδών και ήταν μέχρι πριν μερικά χρόνια ένας υπέροχος βοσκότοπος με αρκετούς βλάχους και χιλιάδες ζωντανά να βόσκουν στις πλαγιές του.
Το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας του καυκιού ανήκει στο χωριό μας. Η περιοχή, που ανήκει στη Χρύσω, αρχίζει λίγο μετά το γήπεδο του Κερασοχωρίου, από την περιοχή με το τοπωνύμιο «σύνορο». Η περιοχή δε που ανήκε στη Χρύσω χωρίζονταν από αυτή που ανήκε στο Κερασοχώρι με μεγάλες πέτρες, που πάνω τους είχαν γράμματα άλλης γλώσσας, προφανώς Τούρκικης και οι παλιότεροι τις έλεγαν «γραμμένες πέτρες». Η περιοχή του καυκιού, που ανήκε στην πρώην κοινότητα του χωριού μας, ενοικιάζονταν κάθε χρόνο μετά από δημοπρασία σε βλάχους για να βόσκουν τα ζώα τους. Είχε η κοινότητα ένα καλό έσοδο από αυτή την ενοικίαση.
Όπως ανέφερα και πιο πάνω η μεγαλύτερη περιοχή του καυκιού ανήκε στην κοινότητα του χωριού μας, αυτό αποτέλεσε σφοδρό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Χρυσιωτών και Κερασοβιτών. Υπήρξαν αρκετές δικαστικές προσφυγές των Κερασοβιτών με τις οποίες ζητούσαν να μοιραστεί διαφορετικά αυτή η περιοχή, αλλά όλες τις κέρδισαν οι Χρυσιώτες.
Η διαμάχη ανάμεσα στους Χρυσιώτες και τους Κερασοβίτες κράτησε πολλά χρόνια, θεωρώ δε ότι το μοίρασμα του καυκιού ήταν ένα πρόσχημα και όχι η ουσιαστική αιτία αυτής της διαμάχης. Η πραγματική αιτία της διαμάχης είναι πολύ παλιά και έχει σχέση με την συνεργασία του κάθε χωριού με τους Τούρκους κατακτητές και τη συμμετοχή του στους απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον των Τούρκων.
Το καυκί, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα βουνά της Ευρυτανίας, υπήρξε χώρος πολλών και φονικών μαχών κατά τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων εναντίον των κατακτητών αλλά και κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Πολλά ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ και του δημοκρατικού στρατού είχαν την έδρα τους στο καυκί, όπως φαίνεται και από το παρακάτω απόσπασμα άρθρου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 210 1-31 Αυγούστου 2005
«…. Την άλλη μέρα το βράδυ μετακινηθήκαμε προς την ίδια κατεύθυνση νοτιοανατολικά πάντα, για την περιοχή Κεράσοβου – Χρύσω - Βίνιανης, πιο κοντά προς το Καρπενήσι. Αυτούς τους ρουμελιώτες τους τράβαγε η ιδιαίτερη τους πατρίδα. Ο τοπικισμός, άλλωστε, ήταν βασικό χαρακτηριστικό ιδιαίτερα του αντάρτικου της ρομαντικής περιόδου.
Διανύσαμε μια απόσταση 15-20 χιλιομέτρων και φτάσαμε και στρατοπεδεύσαμε βορείως του πανύψηλου βουνού Καυκί, απόλυτου υψομέτρου κορυφής 1733 μ. Εδώ μας περίμεναν τα αντάρτικα τμήματα της 172ης Ταξιαρχίας και το 1ο Τάγμα της 144 Ταξιαρχίας, το Τάγμα του θρυλικού Παπούα. Από τον τρόπο της στρατοπέδευσης μας καταλάβαμε πως εδώ θα καθίσουμε για λίγες ημέρες.»
Το καυκί είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ζωή των Χρυσιωτών και ας ελπίσουμε να είμαστε καλά για να το απολαμβάνουμε έστω και λίγες ημέρες το χρόνο. Να καθόμαστε στην πλατεία και να μας δροσίζει το αεράκι, που έρχεται από την «τσουκνίδα». Μακάρι να ισχύει για όλους μας η ευχή «να ζήσεις σαν τα ψηλά βουνά», γιατί όπως λέει και ο τραγουδοποιός Σωκράτης Μάλαμας «Καλότυχα είναι τα βουνά, ψυχή δεν έχουν να πονούν καρδιά ν’ αργοπεθαίνει»
Γρηγόρης Τριανταφύλλου

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΥΤΑΝΑ


Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΥΤΑΝΑ

Με τον εκλεκτό φίλο και συγχωριανό Δημήτρη Ράμμο ένα καλοκαιρινό βραδάκι στην Αθήνα, μεταξύ φαγητού και ποτού, κουβεντιάζαμε για διάφορα θέματα. Ηλθε η συζήτηση στους χαρακτήρες των ανθρώπων και συγκεκριμένα με ρώτησε, τι γνώμη έχω για τους ανθρώπους από διάφορα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας. Του εξέφρασα τη γνώμη μου για τους Πελοπονήσιους και ειδικά για τους Πυργιώτες, τους ανθρώπους από τους Άγιους Τόπους. Το λέω αυτό γιατί, όταν ακούμε ότι κάποιος είναι από τον Πύργο, κάνουμε τον σταυρό μας. Ελπίζω να μην παρεξηγηθεί ο αγαπητός φίλος Δημ. Μπούκης, που κατάγεται από τον Πύργο. Έτσι ήλθε η κουβέντα και στους Ρουμελιώτες και ειδικά τους Ευρυτάνες.
Με αφορμή αυτή τη συζήτηση κάνω μια προσπάθεια να σκιαγραφήσω τον χαρακτήρα του Ευρυτάνα. Βέβαια τα όσα θα εκθέσω παρακάτω δεν αποτελούν προϊόν επιστημονικής-ψυχολογικής έρευνας, αλλά μόνο παρατήρησης από τον γράφοντα, στηριζόμενος και σε κείμενο του μεγάλου Ρουμελιώτη ιστορικού Γ. Βλαχογιάννη. Σε εργασία του ο Βλαχογιάννης για τον Καραϊσκάκη γράφει: «Ο Ρουμελιώτης είναι γενικά ψυχρός και αδιάφορος και δύσκολα ξυπνάει ως μέλος κοινωνικό από την απάθειά του. Και τα πιο κρίσιμα, ας είναι κι επικίντυνα ζητήματα τ’ αντικρύζει αντρίκια, συχνά καταφρονεί τον κίντυνο και μονάχα για να ξυπνήσει πρέπει να πάρει το ζήτημα σαν προσβολή στην περιφάνειά του. Βαρύς, συγκεντρωμένος στον εαυτό του, λιγόλογος, ονειρευτείς, δύσκολα βγαίνει από την κατάσταση της άνεργης συλλογής του. Αυτή του φτάνει και για τη δράση αργεί, δύσκολος να θυμώσει, ανόρεχτος να βάλει το χέρι σέργο της πρώτης ανάγκης, σκουντούφλης ως την τελευταία στιγμή, αργά μπαίνει, αλλά βαθειά σ’ ένα ζήτημα. Αγαθός, αμόχτηρος της ξένης καλοτυχιάς, καρτερικός στη δική του κακομοιριά και πάλι δεν ξυπνάει. Άμα ξυπνήσει, σπάνια, καταπιάνεται μεγάλα….»
Είναι όμως έτσι ο χαρακτήρας των Ευρυτάνων, όπως τον περιγράφει ο Γ. Βλαχογιάννης; Θα τολμούσα να πω πως στα περισσότερα έχει δίκιο. Ο Ευρυτάνας είναι πράγματι «Βαρύς, συγκεντρωμένος στον εαυτό του, λιγόλογος, ονειρευτείς» αν τον συγκρίνουμε βέβαια με κάποιον άλλο, όπως για παράδειγμα με τους Νησιώτες, που έχουν γρήγορες κινήσεις και μιλάνε πολύ, και αυτό φαίνεται να οφείλεται στους ακίνητους όγκους των βουνών, που για πολλές χιλιάδες χρόνια πάνω τους ζούσε ο Ευρυτάνας. Ακόμη και οι χοροί των Ευρυτάνων και οι κινήσεις τους είναι αργές και σταθερές, δεν έχουν τη χάρη της θάλασσας αλλά το σταθερό, μεγαλοπρεπές και υπερήφανο του βουνού. Δεν λέει πολλά λόγια και δεν υπόσχεται, αλλά αυτό που θα πει ή θα υποσχεθεί, θα προσπαθήσει να το πραγματοποιήσει, και όπως έγραψε ο Γ. Σεφέρης, μόνο στο στόμα του οι λέξεις αποκτούν την αληθινή τους σημασία. Είναι πράγματι τις περισσότερες φορές κλεισμένος στον εαυτό του, αλλά μην ξεχνάμε και την ζωή του στο εχθρικό και απομονωμένο ορεινό περιβάλλον. Μόνος του πάνω στα βουνά βοσκούσε τα ζώα του, βυθισμένος στις σκέψεις του και έχοντας μόνο τον εαυτό του για σύμμαχο στις δύσκολες καταστάσεις, που αντιμετώπιζε. Λόγω του μεγάλου χώρου, που είχε για να κινείται, χωρίς μεγάλους περιορισμούς, στα απέραντα και πανύψηλα βουνά, ανέπτυξε χαρακτήρα φιλελεύθερο, υπερήφανο αλλά συγχρόνως και χαρακτήρα τραχύ και ανυπότακτο. Ανέπτυξε χαρακτήρα, πού έχει, όπως λέει ο λαός μας, την «Ρουμελιώτικη λεβεντιά» και είναι αυτή η λεβεντιά ο σκληρός, ανυπόταχτος, τραχύς χαρακτήρας, αλλά συνάμα και το γρήγορο και κοφτερό μυαλό, η «αργή» ζωηράδα του, το ανήσυχο και εφευρετικό πνεύμα.
Ήταν εκτεθειμένος στις αντίξοες συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά συνάμα είχε να ανταγωνιστεί και τους γειτονικούς πληθυσμούς για την διεκδίκηση μεγαλύτερου φυσικού χώρου και γιαυτό επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις και αξιοποίησε όλες του τις δυνατότητες. Άμεση συνέπεια των παραπάνω ήταν η ανάπτυξη αντοχής, ρώμης, αποφασιστικότητας και διαρκούς μαχητικής ετοιμότητας.

Βοσκός Φ. Τ. Τλούπας


«Δύσκολος να θυμώσει, ανόρεχτος να βάλει το χέρι σέργο της πρώτης ανάγκης, σκουντούφλης ως την τελευταία στιγμή, αργά μπαίνει, αλλά βαθειά σ’ ένα ζήτημα.»
Στο παραπάνω απόσπασμα του Γ. Βλαχογιάννη θα διαφωνήσω, γιατί ο Ευρυτάνας είναι χαρακτήρας εκρηκτικός και πολύ εύκολα θυμώνει, ανάβει με το παραμικρό και αυτό τον οδηγεί αρκετές φορές σε διαπληκτισμούς με τους γύρω του, αλλά θα έλεγα ότι αυτός ο θυμός πολύ εύκολα εξατμίζεται. Ας θυμηθούμε τον Μπάρμπα Γιώργο του Καραγκιόζη, που είναι τύπος εκρηκτικός, έντιμος και που θυμώνει και διαπληκτίζεται πολύ εύκολα. Όσον αφορά το ότι μπαίνει αργά σ’ ένα έργο, ναι μπορεί να είναι έτσι, αλλά το κάνει όχι από τεμπελιά ή αδιαφορία αλλά λόγω του «αργού» του χαρακτήρα και του ότι σκέπτεται, πώς μπορεί να το κάνει καλύτερα και όπως λέει ο Βλαχογιάννης, έχει το προτέρημα, όταν μπαίνει σ’ ένα έργο να μπαίνει βαθιά στο ζήτημα. Έχει την ανδρεία, το σθένος και την ευφυΐα να φτάνει τα πράγματα μέχρι το τέλος και να μην εγκαταλείπει αυτό που άρχισε στην πρώτη δυσκολία, που θα συναντήσει.
« Άμα ξυπνήσει, σπάνια, καταπιάνεται μεγάλα….» Ναι έτσι είναι, ο φτωχός και ξυπόλητος Ευρυτάνας δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ανθρώπους άλλων γεωγραφικών διαμερισμάτων της Ελλάδας και σε όλους τους αγώνες της πατρίδας συμμετείχε και πολλά άξια Ευρυτανόπουλα διακρίθηκαν στους πολέμους αλλά όχι μόνο, διακρίθηκαν και στις επιστήμες και στις τέχνες, όχι μόνο εντός της Ελλάδας αλλά και σε κάθε γωνιά της γης θα συναντήσεις και κάποιον επιτυχημένο Ευρυτάνα. Ο Στέφανος Γρανίτσας γράφει για την ευφυΐα και το εφευρετικό πνεύμα των Ευρυτάνων: «Μου ήλθε στο νου κάποιο παλαιό άρθρο της «Ακροπόλεως», όπου εψάλλετο ο μέγας διάβολος, ο οποίος λέγεται Ευρυτάν, ο σήμερα βόσκων τα πρόβατά του και αύριο διευθύνων μία μεγάλη μπυραρία στην Κωνσταντινούπολη, ο απόψε οργώνων τα χωράφια του και το πρωί σχεδιάζων μία εμπορική επιχείρηση για την Οδησσό, ο μη ευρίσκων καμμίαν εργασίαν κατώτερη των δυνάμεών του, ο θεωρών τα πάντα εύκολα, μέχρι του να γίνεται και ναυτικός… Την μία ημέρα ανοίγει ένα εξοχικό καφενείο, την άλλη σχεδιάζει ένα δικηγορικό κέντρο, την τρίτη φέρνει ένα θίασο, ο οποίος ναυαγεί οικτρώς, την τέταρτη διοργανώνει αγώνες, στους οποίους αγωνίζεται ολομόναχος, αλλά τους οποίους λίαν μετριόφρων ονομάζει «Πανελληνίους»...
« Αγαθός, αμόχτηρος της ξένης καλοτυχιάς, καρτερικός στη δική του κακομοιριά» Αν συγκρίνουμε τον Ευρυτάνα με τον Πελοπονήσιο θα δούμε ότι είναι αγνός, απονήρευτος άνθρωπος χωρίς ζήλια για τα πλούτη και την επιτυχία του διπλανού του, χωρίς διπλωματία και «πολιτικαντισμό». Είναι άνθρωπος, που όσα χρόνια κι’ αν περάσουν, διατηρεί την παιδικότητα του, την αγνότητα της ψυχής του και τον πλούτο της καρδιάς του.
Στο σημείο αυτό παραθέτω ένα απόσπασμα από τα «Στρατιωτικά ενθυμήματα» του Μακεδόνα αγωνιστή του εικοσιένα Ν. Κασομούλη που συνέβη, όταν γύριζαν από την Τρίπολη και πηγαίνοντας προς το Αργος, δέχτηκαν την εθελούσια προσφορά ενός Μοραΐτη οδηγού, που προθυμοποιήθηκε να τους δείξει το δρόμο. Γράφει ο Κασομούλης «Φθάσαντες εις το χάνι της Βερζόβας, μας συμβούλευσεν ότι είναι ευθύτερος ο δρόμος από τον δρόμον του γύρου παρά από το στενόν Παρθένι. Όλα αυτά μας έβαλαν εις υποψίαν και εφυλαττόμασθον τρέχοντες το στενόν- μαζί μας και αυτός! Φθάσαντες εις την μέσην, πλησίον του στενού όπου είναι εις πύργος εις έναν άμπλαν, εστάθημεν να πιούμεν νερό κουρασμένοι. Τότε μου λέγει: Εσείς οι Ρουμελιώτες, είσθε καλοί άνθρωποι, ημείς οι Μοραϊταις είμασθε πονηροί. Τον ερωτώ πως είναι αυτό. Λέγει: Να τώρα εγώ αν θέλω σας γελώ. (Ζήτησε χρήματα για να δείξει το σωστό δρόμο) Εγώ δεν υπόφερα τον κτύπησα με έν ξύλο και με πέτρες…»
Φαίνεται από το παραπάνω ότι ο Μοραΐτης σε μια κρίση ειλικρίνειας είπε δύο μεγάλες αλήθειες για τους χαρακτήρες των ανθρώπων.
Αυτή είναι η γνώμη μου για τον χαρακτήρα του Ευρυτάνα, βέβαια μπορεί να πει ο αναγνώστης του παρόντος ότι είμαι τοπικιστής, μπορεί να είναι και έτσι, αλλά κάθε Ευρυτάνας αν ψάξει λίγο τον εαυτό του θα αναγνωρίσει σ’ αυτόν πολλά από τα παραπάνω «προτερήματα ή ελαττώματα» ας τα πει ο καθένας όπως θέλει. Οι μη Ευρυτάνες αναγνώστες του παρόντος ας μην παρεξηγηθούν, όλοι έχουν τις δικές τους χάρες, άλλωστε ας μου αφήσουν το δικαίωμα να παινέψω τους ανθρώπους της γενέτειράς μου, γιατί αν δεν παινέψω το σπίτι μου θα με πλακώσει.

Γρηγόρης Τριανταφύλλου

ΧΡΥΣΙΩΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ 1821

ΧΡΥΣΙΩΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ 1821
Ζώντας κανείς σε ένα άγριο, κακοτράχαλο αλλά και συνάμα πανέμορφο μέρος, όπως το χωριό μας, αναπτύσσει χαρακτήρα οξύθυμο, αδούλωτο, με ανεπτυγμένη την έννοια της ελευθερίας, αλλά συγχρόνως και με μεγαλείο ψυχής. Έτσι λόγω του χαρακτήρα, που ανέπτυξαν οι Χρυσιώτες και γενικά οι Ευρυτάνες, έδωσαν δυναμικά το παρών τους σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους μας. Συναντά κανείς Χρυσιώτες αγωνιστές στη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας, όπως στα Ορλωφικά, στους Βαλκανικούς πολέμους και φυσικά εναντίον των Ιταλών και Γερμανών. Όμως Χρυσιώτες αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 σε κανένα από τα εκδοθέντα μέχρι σήμερα βιβλία, που αναφέρονται στους Ευρυτάνες Αγωνιστές του 1821, δεν βρήκα. Το γεγονός αυτό με οδήγησε να ψάξω στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, μήπως και διαλύσω την εντύπωση, που μου είχε δημιουργηθεί, ότι δηλαδή οι Χρυσιώτες δεν έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Πράγματι η εντύπωση αυτή διαλύθηκε και με τρόπο εντυπωσιακό, γιατί εκεί ανακάλυψα πλήθος Χρυσιωτών, που έλαβαν αριστεία από τον Βασιλιά Όθωνα για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες, που προσέφεραν στον ιερό αγώνα του έθνους μας το 1821. Επίσης υπάρχουν αρκετά έγγραφα υπογεγραμμένα από οπλαρχηγούς, όπως ο Ιωάννης Ράγκος, ο Κωστάκης Βελής, ο Κώστας Γαλής, ο Κ. Γιολδάσης, που πιστοποιούν την συμμετοχή των Χρυσιωτών σε διάφορες μάχες και εκστρατείες.
Παραθέτω το δίπλωμα που έλαβε μαζί με το Αργυρό αριστείο ένας Χρυσιώτης, ο Παπά Ιωάννης Χρυσιώτης.


ΟΘΩΝ
Ελέω θεού βασιλεύς της Ελλάδος


Επί τη προτάσει της ημετέρας επί των Στρατιωτικών Γραμματείας, ευαρεστούμεθα να χορηγήσωμεν τ’ αργυρά αριστεία εις τα κάτωθεν σημειούμενα άτομα άτινα διατελέσαντα ως Δημογέροντες και Προύχοντες των χωρίων των, εν καιρώ του υπέρ ανεξαρτησίας της πατρίδας πολέμου έλαβον ενεργητικόν εις τας μάχας μέρος επί κεφαλής των εγχωρίων των.

1. Εις τον Παπαδημήτριον Καραμισά εκ Φουρνά
2. Παππά Ιωάννην Χρυσιώτην εκ Χρύσου
3. Παπαγεώργιον Σακκελάριον εκ Δομιανούς
4. Ιγνάτιον Ιερομόναχον εκ Κουμάσια
5. Παππαϊωάννην ………..εκ Δομιανούς
6. Κωστάκην Γιαννάκην εκ Φουρνά
7. Κωνσταντίνον Ζαχαράκην εκ Νέα Αργύρια
8. Χριστόδουλον Γουβέλην εκ Προυσούς
9. Χρήστον Κονδύλην ομοίως
10. Γεώργιον Σερπάνον εξ Αγίου Βλαση
11. Γεώργιον Κατσαρόν εκΜαυρίλου
12. Γεώργιον Καροπλεσίτην Εκ Βίνιανης
13. Γεώργιον Δημητριάδην εκ Καστανούλα
14. Γεώργιον Κατζούλην εκ Προυσούς
15. Αθανάσιον Ζαχαράκην εκ Νέον Αργύρι
16. Βασίλεον Τλούπαν εκ Προυσούς
17. Χρήστον Τζιαβόν εξ Αραχωβίτσης και
18. Γεώργιον Ζωρογιαννίδην εκ Νεοχωρίου


Αθήναι την 15 Μαίου 1844

Ανδρέας Λόντος
Χορήγησις αργυρού αριστείου
εις 18 άτομα

Γρηγόρης Τριανταφύλλου

ΕΞΗΝΤΑΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΩΣ



ΕΞΗΝΤΑΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΩΣ
ΕΞΗΝΤΑΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ


Η Χρύσω πνιγμένη στους καπνούς
Η Χρύσω της Ευρυτανίας ήταν το πρώτο χωριό της Ηπειρωτικής Ελλάδας που γνώρισε τη μανία της καταστροφής των κατακτητών. Μα και σύγχρονα η πρώτη γωνιά της Ελληνικής γής που πέταξε από πάνω της το ζυγό του κατακτητή.
«Λεύκωμα από τα αρχεία της ΧΙΙΙ μεραρχίας Ρούμελης»
Ανατύπωση της έκδοσης 1944 σε επιμέλεια Γεωργούλα Μπέικου


«Μεσ’ στην Ευρυτανία και μέσ’ στο Σουϊλά
οι αντάρτες πολεμάνε μ’ ιταλικά σκυλιά.
Με δυό με τρεις χιλιάδες, αντάρτες εκατό
τρείς μέρες πολεμάνε χτυπάνε τον οχτρό.
Σκοτώσανε πενήντα, σκορπίσαν στα βουνά
και μπήκαν οι φασίστες και βάλανε φωτιά.
Μας κάψαν το χωριό μας τα’ ανήμερα θεριά,
μας κάψαν το σχολιό μας που σπούδαζαν παιδιά.
Μας κάψαν το χωριό μας το Χρύσω το χρυσό
που είναι δοξασμένο στον κόσμο ξακουστό.»

«Τα αντάρτικα τραγούδια»
Εκδόσεις Τετράδιο
Αθήνα 1975

Το χωριό μας δοκίμασε την πύρινη λαίλαπα των Ιταλών κατακτητών. Ήταν χειμώνας του 1942. Αρχές Δεκέμβρη, στις 7. Το όμορφο και πλούσιο χωριό μας έγινε στάχτη.
Η Χρύσω αριθμούσε τότε 487 ψυχές. Μέσα στο χωριό κατοικούσαν περίπου 360 άτομα, που έμεναν σε 90 καλοχτισμένα σπίτια. Από αυτά τα 85 τα αφάνισε η καταστροφική μανία των κατακτητών. Σπίτια που είχαν χτιστεί αιώνες πριν, που για το χτίσιμό τους αγωνίστηκαν ολόκληρες γενιές χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Γλίτωσαν από την πύρινη λαίλαπα 5 μόνο. Τα σπίτια των Δ. Καρανίκα, Κ. Χαλκιά, Κ. Χειλά, Φ. Σαρρή και του Ε. Μούστελου.
Ήταν χειμώνας, το κρύο τσουχτερό, οι Χρυσιώτες αφού πρόλαβαν και το εγκατέλειψαν, πριν μπουν οι Ιταλοί, παρακολουθούσαν από τα γύρω υψώματα το καταστροφικό έργο της φωτιάς. Επέστρεψαν σ’ αυτό αμέσως μόλις το εγκατέλειψαν οι Ιταλοί. Αλλά πώς να ζήσουν πια; Τα σπίτια με όλα τα υπάρχοντά τους καμένα. Τι να φάνε; που να στεγαστούν; Ο λαός μας λέει «ο σεισμός γκρεμίζει αλλά κάτι μένει, το ίδιο και η πλημμύρα παίρνει, αλλά κάτι αφήνει. Η φωτιά όμως καταστρέφει τα πάντα και μένει μόνο στάχτη». Άρχισε τότε ο τιτάνιος αγώνας της επιβίωσης. Η αλληλεγγύη λειτούργησε και πάλι. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον να φτιάξουν παραπήγματα για να στεγαστούν. Όσο για φαγητό, ότι μπορούσαν να βρουν στα χωράφια, κτηνοτροφικά προϊόντα και λίγα από τα υπάρχοντά τους που πρόλαβαν και έκρυψαν.
Στις 4 Δεκέμβρη γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Σεραφείμ Κορώνης. Η Χρύσω συνδεδεμένη με τον Άγιο Σεραφείμ από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, που φυλάσσονταν εκεί η κάρα του Αγίου, έχει το προνόμιο να φιλοξενεί την κάρα. Έτσι και τότε στο χωριό μας ήταν η κάρα του Αγίου Σεραφείμ. Πρόλαβαν οι Γρηγόρης Τριανταφύλλου, Δημήτριος Ράμμος και Χρήστος Μαρούλης και την έσωσαν αφού την πήραν μαζί του και κρύφτηκαν στον Άγιο Θεόδωρο.

Η Χρύσω όπως ήταν το 1938

Γιατί όμως οι «πολιτισμένοι» κατακτητές Ιταλοί έδειξαν αυτή τη μανία απέναντι στο χωριό μας; Η αιτία ήταν η μάχη, που προηγήθηκε στις 5 του Δεκέμβρη, ανάμεσα σε ομάδα πατριωτών-ανταρτών του αρχηγείου Ευρυτανίας του Ε.Λ.Α.Σ με τους Ιταλούς στα στενά «Σούϊλα».
Το σχέδιο του Αρχηγείου Ευρυτανίας για την μάχη της Χρύσως περιγράφει πιο κάτω ο πρωταγωνιστής της μάχης, ο συγχωριανός μας, καπετάν Ερμής (Βασίλης Πριόβολος).
«Η μάχη της χρύσως ήταν η πρώτη δυναμική απάντηση του ΕΛΑΣ στην περιοχή μας προς τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Αφού ο Ελληνας πατριώτης, από βαθύ σεβασμό στην παράδοση και την κληρονομιά του, δεν υποκύπτει στη βία και το ζυγό και υπερασπίζεται με κάθε θυσία τα ιερά και όσια της φυλής μας και της πατρίδας μας. Το ράπισμα του κατακτητή στη Χρύσω θα μπορούσε να ήταν πιο σκληρό και πιο ισχυρό αν εξαντλούσαμε τις δυνατότητες να περάσουμε από την άμυνα στην επίθεση. Έτσι όπως προβλέψαμε στα σχέδιά μας. Η κύρια δύναμη του Αρχηγείου Ευρυτανίας, που δεν πρόφτασε να περάσει προς τα «Σούελα», περίπου ογδόντα άντρες, βρίσκονταν της ώρες της Μάχης στον Αγιο Δημήτριο. Με τον πρόεδρο του χωριού της Χρύσως που είχα επαφή, με τον Γιώργο Τριανταφύλλου, διαβίβασα εντολή να κινηθούν όλες οι δυνάμεις μας προς τη Χρύσω, αφού τον εχθρό τον είχαμε καθηλώσει στο μονοπάτι από τα «Σούελα» μέχρι το «Νιμάτι» και το Κερασοχώρι. Πρόθεσή μου ήταν να ανέβουμε στο Καυκί κατά τη διάρκεια της νύχτας 4 προς 5 του Δεκέμβρη και να επιτεθούμε στην οπισθοφυλακή του εχθρού στο «Νιμάτι». Στο μεταξύ διάστημα έφτασε η πληροφορία ότι στο Κερασοχώρι βρίσκονταν και άλλη Ιταλική φάλαγγα που κινήθηκε από το Αγρίνιο. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η τριμελής διοίκηση (Ερμής, Αριστείδης, Διάκος) ματαίωσε αυτό το σχέδιο και το αρχηγείο Ευρυτανίας αποφάσισε και κινήθηκε προς την περιοχή των Αγράφων».
Ας δούμε πως περιγράφεται η μάχη της Χρύσως στα βιβλία: «Η ΡΟΥΜΕΛΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ» του Κώστα Καραγιώργου και «Η πολιτική διαθήκη του Αρη Βελουχιώτη» του Γιάννη Χατχηπαναγιώτου «Καπετάν Θωμά» αντίστοιχα.

Η μάχη του Χρύσω Ευρυτανίας
«Στις 5 Δεκέμβρη 1942, τμήμα ανταρτών του Αρχηγείoυ Ευρυτανίας με αρχηγό τον Καπετάν Έρμή (Β. Πριόβολο), ύστερα από πληροφορίες, που τούδωκαν, οι Έαμικες οργανώσεις του χωριού, πούναι κι ιδιαίτερη πατρίδα του Ερμή, ότι κινήθηκε προς τα χωριό αυτό, ιταλική φάλαγγα, έτρεξε και κατέλαβε επίκαιρες θέσεις. Η εμπροσθοφυλακή των Ιταλών, στο ορεινό αυτό χωριό δέχτηκε καταιγιστικά πυρά απ’ τους οχυρωμένους αντάρτες του ΕΛΑΣ, μέχρι σημείου, φεύγοντας, να εγκαταλείψουν νεκρό, τον Ιταλό λοχαγό, πούχε σκοτωθεί εκεί. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν έξι Ιταλοί και τραυματίστηκαν είκοσι.
Όταν μαθεύτηκαν τα γεγονότα αυτά στο Καρπενήσι, τη πρωτεύουσα του νομού, οι συμπατριώτες του Καπετάν Ερμή, περήφανοι γι΄ αυτόν, που προστάτεψε το χωριό του, εκδήλωσαν με κάθε τρόπο τη χαρά και τη περηφάνεια τους, για το χαρμόσυνο αυτό γεγονός της αντάρτικης Ευρυτανικής ομάδας του ΕΛΑΣ».

Μάχη στη Χρύσω
Η ΜΙΑ από τις δυό μάχες κατά των Ιταλών κατακτητών έγινε στις 5 Δεκεμβρίου 1942, δέκα μόλις μέρες μετά το Γοργοπόταμο, στη Χρύσω της Ευρυτανίας, από το Αρχηγείο που είχε εγκαταστήσει σ’ αυτήν την περιοχή ο Άρης. Έρχονταν σαν συνέχεια στις μάχες που είχε δώσει ο Άρης πρίν το Γοργοπόταμο, στη Ρεκά της Γκιώνας και στο Κρίκελο της Ευρυτανίας. Σε τούτη τώρα τη μάχη της Χρύσως, οι αντάρτες χτυπήσανε την εμπροσθοφυλακή μιας μεγάλης ιταλικής φάλαγγας που αλώνιζε την περιοχή κι ανακόψανε την πορεία της. Οι απώλειες, που προξενήσανε στος Ιταλούς είτανε έξ νεκροί και είκοσι τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς είτανε κι ένας Ιταλός λοχαγός, που οι Ιταλοί στο φευγιό τους τον άφησαν στον τόπο της συμπλοκής.
O αείμνηστος Δημοσθένης Τριανταφύλλου, που έζησε τα γεγονότα εκείνα τα περιγράφει παρακάτω:
«Στις 5 Δεκέμβρη του 1942 είχαμε πληροφορίες ότι οι Ιταλοί έφτασαν στο Κερασοχώρι με προορισμό Χρύσω, Μάραθο, Άγραφα. Τότε στείλαμε τρεις νέους, τους Ηλία Τσιλιγιάνη, Κώστα Τριανταφύλλου και τον Παύλο Μούτσελο, να παρακολουθήσουν τις κινήσεις των Ιταλών.
Όταν είδαν τους Ιταλούς, που κινήθηκαν προς Χρύσω από τη θέση «Αλαταρούλες» φώναξαν έρχονται και τότε όλοι οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώθηκαν στην πλατεία και αποφάσισαν να φύγουν οι νέοι και οι νέες και να μείνουν να περιμένουν τους Ιταλούς μόνο οι γέροντες.
Στο διάστημα αυτό ήλθαν δύο αντάρτες οι Κωστάκης Καρανίκας και Πάνος Καρανίκας από τη Χρύσω και μας είπαν ότι ο Ερμής (Βασίλης Πριόβολος) έχει οχυρωθεί στα στενά, στην είσοδο του χωριού με την ονομασία Σούϊλα και θα χτυπήσει τους Ιταλούς. Τότε οι κάτοικοι αποφάσισαν να στείλουν τον Κώστα Αθ. Καρανίκα να πει στον Ερμή να μην τους χτυπήσει γιατί οι Ιταλοί θα κάψουν το χωριό. Ο Ερμής με τον ίδιο μας παράγγειλε ότι έχει διαταγή να τους χτυπήσει και παράγγειλε και στον γράφοντα, σαν υπεύθυνος του ΕΑΜ που ήμουν , ότι τμήμα ανταρτών πηγαίνει προς Άγιο Δημήτριο και να πάω να τους γυρίσω. Πράγματι πήγα και τους βρήκα, στη θέση Γούναρη, στο ποτάμι Γαβρινίτη, ήταν γύρω στους τριάντα με αρχηγούς τους Θηβαίο Αριστείδη και Ηλία Παπαγιώργη και ήταν σε ελεεινή κατάσταση, βρεγμένοι μέχρι το κόκαλο πτώματα από την κούραση. Τους είπα τι μου παράγγειλε ο Ερμής και μου είπαν, βλέπεις την κατάστασή μας πως μπορούμε να πάμε σ' αυτά τα χάλια που είμαστε και με παρακάλεσαν, γιατί δεν ήξεραν την περιοχή, να τους υποδείξω ασφαλές μέρος για να αποφύγουν τους Ιταλούς. Τους είπα να ακολουθήσουν το ποτάμι για να φτάσουν στον Άγιο Δημήτριο στη θέση Γάβρινα.
Στην κατάσταση που περιέγραψα πιο πάνω ήταν οι αντάρτες, γιατί φτάνοντας οι Ιταλοί στη θέση Νιμάτια τους είδαν, που ανέβαιναν το ποτάμι και τους έβαλαν με όλα τα όπλα και ένα τμήμα Ιταλών κατηφόρισε προς το ποτάμι για να τους συλλάβουν και πράγματι συνέλαβαν τους Χειλά Δημήτριο από τη Χρύσω, τον Σουρή απο το Καρπενήσι και πρέπει να συνέλαβαν και άλλους δύο.
Οι κάτοικοι του χωριού μετά την απάντηση του Ερμή, ότι έχει διαταγή να χτυπήσει τους Ιταλούς, αποφάσισαν να στείλουν τον τότε πρόεδρο Γεώργιο Γρ. Τριανταφύλλου να παρακαλέσει τον Ερμή να μην τούς χτυπήσει. Ο πρόεδρος όμως δεν κατάφερε να επιστρέψει στο χωριό γιατί οι Ιταλοί ήδη είχαν φτάσει στα στενά και όπως μας είπε αργότερα είδε έναν νεαρό αντάρτη να τρέμουν τα χέρια του (Μήτσο Στ. Μπάρκα) τού ζήτησε το όπλο και έλαβε και αυτός μέρος στη μάχη.
Οι Ιταλοί μπαίνοντας στα στενά είχαν οδηγό τον αγροφύλακα του Κερασοχωρίου Ανδρέα Δερμάρη και τρεις όμηρους τούς Βασίλειο Γκαρίλα, Μιχάλη Τριανταφυλόπουλο και Σπύρο Μηρηγκούνη.
Με τις πρώτες μπαταριές οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν, ενώ ο οδηγός τους Ανδρέας Δερμάρης δεν ακολούθησε την οπισθοχώρηση, ακολούθησε το ποτάμι και έφτασε στο χωριό.
Άρχισε να νυχτώνει και όλοι οι κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριό και αναζήτησαν ασφαλές μέρος, οι περισσότεροι στον Άγιο Δημήτριο.
Στις 6 του μήνα δεν παρουσιάστηκε καμία αντίδραση των Ιταλών πού ήταν καταυλισμένοι στη θέση «Νιμάτια». Το πρωί της ίδιας ημέρας εγώ, ο Δημοσθένης Τριανταφύλλου, ο Στέλιος
Μπάρκας και ο Βαγγέλης Σφήκας πήγαμε να μαζέψουμε ότι άφησαν οι Ιταλοί. Όταν φτάσαμε στο κάτω γεφύρι είδαμε ότι στη θέση «Αγριοκερασιά» υπήρχε ένα φορείο. Ενώ οι άλλοι δύο επέστρεψαν εγώ με μεγάλη προσοχή πήγα κοντά. Επάνω στο φορείο ήταν ένας Ιταλός γυμνός από την μέση και επάνω, τον κούνησα από τα πόδια και διαπίστωσα ότι ήταν νεκρός.
Tον Ιταλό τον σκότωσαν αντάρτες πού ήταν οχυρωμένοι στη θέση Τσάμη και όπως μάθαμε εκεί πολεμούσαν ο Σωτήρης Τσιούμας από την Ανατολική Φραγκίστα, και ο Γιώργος Νιαβής από τον Μάραθο.
Την ίδια ημέρα στις 12 περίπου το μεσημέρι ήλθε στο χωριό ο πρόεδρος με τούς Αντώνη και Σεραφείμ Καρανίκα και πήγαν στα στενά για να δουν και αυτοί τι έγινε και να μαζέψουν λάφυρα. Μάζεψαν γελιούς, καζάνια και άλλα, επειδή όμως δεν μπορούσαν να τα μεταφέρουν τα έκρυψαν στις κουφάλες από τα πλατάνια.
Οι Ιταλοί περίμεναν ενισχύσεις από το Αγρίνιο και αφού ήλθαν κατέλαβαν όλα τα υψώματα μέχρι το βουνό Καυκί και στις 7 του Δεκέμβρη μπήκαν στο χωριό και αφού έκαψαν ένα μέρος από αυτό επέστρεψαν στον καταυλισμό τους, είχαν δε και δύο σκυλιά μαζί τους, τα οποία βρήκαν τα κρυμμένα λάφυρα και τα ξαναπήραν.
Στις 8 του μήνα εκτέλεσαν τούς αντάρτες που είχαν συλλάβει και τούς δύο ομήρους γιατί ο τρίτος όμηρος ο Σπύρος Μηρηγκούνης κατάφερε να τούς ξεφύγει και έτσι σώθηκε.
Στις 9 του μήνα μπήκαν ξανά στο χωριό και αφού έκαψαν όλα τα σπίτια εκτός του Χαλκιά προχώρησαν για τα Άγραφα. Στρατοπέδευσαν στη θέση Καριά και εκεί έθαψαν δύο νεκρούς, ο ένας πού σκοτώθηκε στη μάχη και ένας άλλος που δεν μάθαμε πού και πώς σκοτώθηκε και μάλλον ήταν αξιωματικός
Σε κάθε τάφο έβαλαν ένα μπουκάλι σφραγισμένο με το όνομα του νεκρού. Στις 10 Δεκέμβρη έφτασαν στα Άγραφα και αφού τα έκαψαν επέστρεψαν στο Καρπενήσι.
Μετά την απελευθέρωση, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, ήλθαν Ιταλοί να πάρουν τα οστά των δύο νεκρών, γνώριζαν δε την περιοχή με μεγάλη ακρίβεια. Δεν τους βρήκαν όμως εκεί γιατί τούς είχαν θάψει σε καλλιεργήσιμο έδαφος και οι ιδιοκτήτες του τούς μετέφεραν σε διπλανό δασώδες έδαφος. Ρώτησαν και οι χωρικοί τούς είπαν πού είναι.

«Των Χρυσιωτών τα ήσυχα σπιτάκια πάν’ και εκείνα
τά έκαψε, τα γκρέμισε του Ιταλού η αξίνα
κι απ’ το χωριό το ολόμορφο ως μεσ’ το Καρπενήσι,
ο τύραννος χαλάσματα περνώντας έχει αφήσει.
Χρύσω μ’ αθάνατο χωριό, βάσταξε την ψυχή σου.
Να ζήσουν όλα σ’ τα παιδιά, Λευτέρης και Ερμής σου.
Οι αντάρτες μας τον πόνο σου τον έκαναν παντιέρα
και με αυτή τους βάρβαρους θα διώξουνε μια μέρα.»
Ανώνυμου

Γρηγόρης Τριανταφύλλου